τετραγωνίζω

τετραγωνίζω
ΝΜΑ [τετράγωνος]
κάνω κάτι τετράγωνο, μεταβάλλω το σχήμα ενός αντικειμένου σε τετράγωνο
νεοελλ.
1. μαθημ. υψώνω μια αλγεβρική παράσταση στη δευτέρα δύναμη, δηλ. στο τετράγωνο
2. μεταβάλλω λίθο ή ξύλο σε ορθογώνιο, ορθογωνίζω
3. φρ. «τετραγωνίζουσα τού Ιππία»
μαθημ. καμπύλη που επινοήθηκε από τον Ιππία τον Ηλείο, χρησιμοποιήθηκε από αυτόν και τον Δεινόστρατο για τη λύση τού προβλήματος τής τριχοτόμησης μιας γωνίας και για τον τετραγωνισμό τού κύκλου και μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη διαίρεση μιας γωνίας σε έναν οποιονδήποτε αριθμό ίσων μερών, αλλ. τετραγωνίστρια τού Ιππία
αρχ.
αστρολ. αποτελώ, σχηματίζω τετράγωνο με κάποιον.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • τετραγωνίζω — τετραγωνίζω, τετραγώνισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • τετραγωνίζω — τετραγώνισα, τετραγωνίστηκα, τετραγωνισμένος 1. μεταβάλλω άλλο σχήμα σε τετράγωνο. 2. ορθογωνίζω (πέτρα η ξύλο). 3. υψώνω αριθμό στο τετράγωνο πολλαπλασιάζοντάς τον με τον εαυτό του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τετραγωνίζῃ — τετραγωνίζω make square pres subj mp 2nd sg τετραγωνίζω make square pres ind mp 2nd sg τετραγωνίζω make square pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραγωνίσει — τετραγωνίζω make square aor subj act 3rd sg (epic) τετραγωνίζω make square fut ind mid 2nd sg τετραγωνίζω make square fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραγωνίσω — τετραγωνίζω make square aor subj act 1st sg τετραγωνίζω make square fut ind act 1st sg τετραγωνίζω make square aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραγωνίσῃ — τετραγωνίζω make square aor subj mid 2nd sg τετραγωνίζω make square aor subj act 3rd sg τετραγωνίζω make square fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραγωνιζομένων — τετραγωνίζω make square pres part mp fem gen pl τετραγωνίζω make square pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραγωνιζόμενον — τετραγωνίζω make square pres part mp masc acc sg τετραγωνίζω make square pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραγωνιζόντων — τετραγωνίζω make square pres part act masc/neut gen pl τετραγωνίζω make square pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραγωνίζει — τετραγωνίζω make square pres ind mp 2nd sg τετραγωνίζω make square pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”